Πρόσφυγες - Μετανάστες



Η μετανάστευση ως κοινωνικό φαινόμενο εμπεριέχει, μεταξύ άλλων, δύο συνυφασμένες μεταξύ τους διαστάσεις: την παγκόσμια και την εθνική. Η παγκόσμια μορφή οικονομικής και κοινωνικής οργάνωσης επηρεάζει τις νομικές μορφές και το περιεχόμενο της διεθνούς μεταναστευτικής κίνησης, η οποία τελικά ολοκληρώνεται, έστω ατελώς και προσωρινά, σε κάποιο έθνος κράτος, ακόμα και όταν έχει διανυθεί τεράστια γεωγραφική απόσταση. Η μετανάστευση δεν είναι σταθερή, στατική ή εντελώς προβλέψιμη, ακριβώς διότι τα υποκείμενα μετανάστες και πρόσφυγες, διαμορφώνουν, ανάλογα με τις εκάστοτε δεδομένες συνθήκες, ένα ανεξάντλητο απόθεμα επιλογών και στρατηγικών στις μετακινήσεις τους, ως συνέπεια της εντατικοποίησης των εθνικών και διεθνικών συνοριακών ελέγχων. Οι ξένοι, έτσι, αποτελούν δομικό στοιχείο της εκάστοτε κοινωνικής καθημερινότητας και συνάμα συμμετέχουν ― έστω άνισα και με περιορισμούς ―στη μεταβολή της. Η μετανάστευση αποτελεί κρυστάλλωση μίας ειδικής και συγκεκριμένης μορφής κοινωνικών σχέσεων κυριαρχίας και ασύμμετρης πρόσβασης σε υλικά αγαθά και συμβολικούς πόρους. Κατανοείται δε ως συνολική διαδικασία που επιφέρει δομικές αλλαγές στη ζωή των υποκειμένων που τη βιώνουν. Με άλλα λόγια, δεν αποτελεί μία φυσική και αυτονόητη ανθρωπολογική σταθερά, αλλά ένα κοινωνικό, οικονομικό, πολιτικό και ιστορικό φαινόμενο που υπερβαίνει αναλλοίωτες δομικές συνθήκες ή τη φιλελεύθερη ψευδαίσθηση της «ελεύθερης» ατομικής επιλογής. 
Σε ένα παγκόσμιο πλαίσιο όξυνσης των εντάσεων και αντιθέσεων που επιτείνουν την υποχρεωτική μετακίνηση πληθυσμών, η Πολιτεία οφείλει να μεριμνήσει για την άρση του κοινωνικού αποκλεισμού και την προστασία των πολιτικών δικαιωμάτων των μεταναστών και εκείνων που αιτούνται πολιτικό άσυλο. Η συνολική εμπειρία των είκοσι ετών υποδοχής μεταναστών στην Ελλάδα, και η αντίστοιχη στην υπόλοιπη Ευρώπη, επιτρέπει την απόπειρα κριτικού ελέγχου κάποιων βασικών σημείων, στα οποία οι μετανάστες φέρονται, σύμφωνα με την επίσημη πολιτική διατύπωση, να «δημιουργούν πρόβλημα» και να διαταράσσουν την καθεστηκυία εθνική τάξη πραγμάτων. Το βασικό «επιχείρημα» σχετίζεται με την υποτιθέμενη πρόκληση ανεργίας και τις αρνητικές επιπτώσεις της μετανάστευσης στις εθνικές οικονομίες. 
Η παρουσία όμως των μεταναστών έχει κυριολεκτικά διασώσει ολόκληρους οικονομικούς κλάδους (γεωργία, οικιακή εργασία, οικοδομές, τουρισμό), διαμέσου της συστηματικής υπερ-προσφοράς ανασφάλιστης και εξαιρετικά χαμηλά αμειβόμενης εργασίας. Σε ολόκληρη την Ευρώπη, και ειδικότερα στην Ελλάδα, οι μετανάστες όχι μονάχα συνεισέφεραν σε υψηλούς ρυθμούς εθνικής ανάπτυξης, αλλά αποτέλεσαν συστηματικούς χρηματοδότες των ταμείων ασφάλισης, ακόμα και όταν οι εργοδότες τους δεν απέδιδαν τις προβλεπόμενες από το νόμο ασφαλιστικές εισφορές. Μία επιπλέον κοινά αποδεκτή συνθήκη, ειδικότερα στην Ελλάδα τα τελευταία δεκαπέντε χρόνια, αποτελεί η ραγδαία συρρίκνωση του κρατικού ελέγχου στην αγορά εργασίας, η εκχώρηση τεράστιου χώρου σε ιδιώτες ― αν όχι η άμεση παρότρυνση για ανασφάλιστη και απλήρωτη, ελαστική εργασία και η συστηματική εκμετάλλευση του μεταναστευτικού, αλλά και του ημεδαπού, εργατικού δυναμικού από πάσης φύσεως «επαγγελματίες», «εργοδότες», «εργολάβους» και «επιχειρηματίες». Η υψηλή «παραοικονομία», που στην Ελλάδα αποτελεί δομικό στοιχείο της επίσημης οικονομίας πολύ πριν τη μαζική έλευση των μεταναστών, ενισχύεται από το θολό θεσμικό πλαίσιο, τις σχέσεις συνεργασίας ανάμεσα σε τοπικούς παράγοντες, πελατειακά δίκτυα, πολιτικά κόμματα και μέρος των τοπικών κοινωνιών. Με αυτόν τον τρόπο, διευρύνεται η βάση των «αδήλωτων» εργαζομένων και η σχέση εργασίας μετατρέπεται σε «κατ’ ιδίαν» μυστική συμφωνία. Μία τελευταία, ανάμεσα σε αρκετές άλλες, συνεισφορές των μεταναστών είναι ότι ακόμα και υπό αυτές τις συνθήκες που αναφέρθηκαν νωρίτερα, στηρίζουν τα ασφαλιστικά ταμεία και τους ποικίλους φορείς υγείας με τις εισφορές τους. Την ίδια στιγμή, φαίνεται να αυξάνουν λιγότερο το κόστος παροχών, είτε διότι λόγω φόβου έχουν δυσκολότερη πρόσβαση, είτε διότι η κοινωνική προστασία εκχωρείται ολοένα και περισσότερο στην ιδιωτική πρωτοβουλία, με «κρατική» ενίσχυση και επιχορήγηση. Από τα παραπάνω προκύπτει ότι οι μετανάστες δεν «αποτελούν πρόβλημα»,αλλά πρωτίστως μία πολυσύνθετη και εσωτερικά διαφοροποιημένη κοινωνική κατηγορία. Οι εσωτερικές διαφοροποιήσεις τους αφορούν μία πληθώρα ζητημάτων που ενδεικτικά σχετίζονται με το χρόνο και το καθεστώς παραμονής, την εξοικείωση με την ελληνική γλώσσα, τη χώρα προέλευσης, τη θέση εργασίας, τη φοίτηση σε ελληνικό σχολείο, τη γειτνίαση με άλλους Έλληνες ή αλλοδαπούς, τα επαγγελματικά και άτυπα δίκτυα κοινωνικών σχέσεων, την οικογενειακή κατάσταση, το κοινωνικό φύλο και τις εκάστοτε πολιτισμικές συνήθειες. Την ίδια στιγμή, οι μετανάστες και οι πρόσφυγες, δημιουργούν ένα κρίσιμο οικονομικό και κοινωνικό δυναμικό και μία διέξοδο ανοίγματος και εμπλουτισμού της ελληνικής κοινωνίας. Η αναδιοργάνωση της κοινωνίας ―θέση στην οποία ελάχιστοι διαφωνούν― θα μπορούσε να περάσει μέσα από την αύξηση των ευκαιριών για τους μετανάστες και της δημιουργίας χώρων έκφρασης και πρόταξης δικών τους, το δυνατόν λιγότερο διαμεσολαβημένων, διαβημάτων πολιτικής αναγνώρισης και ισότιμης κοινωνικής συμμετοχής. Η ένταξη των μεταναστών στο «καθεστώς της εξαίρεσης» από τη νομική και δικαστική προστασία ― κανόνας που διευρύνεται, κατά περίπτωση, και για άλλες θεωρούμενες επικίνδυνες και ανυπότακτες κοινωνικές ομάδες ― τελικά υποσκάπτει ό,τι έχει απομείνει από τη δημοκρατική νομιμοποίηση της συστημικής πολιτικής ελίτ.