Οι εξαρτησιογόνες
ουσίες είναι χημικές ουσίες που προκαλούν εθισμό, μια κατάσταση δηλαδή,
όπου ο χρήστης διακατέχεται από μια μη ελεγχόμενη επιθυμία χρησιμοποίησης
των ουσιών αυτών και οδηγείται σε μια ψυχική
και σωματική κατάπτωση συνοδευομένη από πολύπλοκα συμπτώματα δυσφορίας,
πόνου και εξαθλίωσης. Οι εξαρτησιογόνες ουσίες επιδρούν στον εγκέφαλο.
Οι εξαρτησιογόνες ουσίες
προκαλούν αλλαγή στη φυσιολογία του οργανισμού δρώντας στα νευρικά κύτταρα του
εγκεφάλου. Εκτός από τις παρενέργειές τους ως χημικά δηλητήρια του
οργανισμού, επηρεάζουν τους νευρώνες, με ανεπανόρθωτο πολλές φορές
τρόπο, μεταβάλλοντας τη λειτουργία τους και προκαλώντας εθισμό (ανοχή,
εξάρτηση, παθολογική αναζήτηση ουσίας).
Η τοξικομανία αποτελεί παθολογική
κατάσταση, σε βιολογικό, συναισθηματικό και ψυχικό υπόβαθρο, που χρήζει
ιατρικής και κοινωνικής φροντίδας από εξειδικευμένο επιστημονικό προσωπικό, με
στόχο την μετρίαση των κοινωνικών επιπτώσεων και την επαναφορά των χρηστών στην
αξιοπρεπή διαβίωση. Οι τοξικομανείς ως βιολογικά και ψυχικά ασθενείς, πρέπει να
μπορούν εύκολα να εντάσσονται σε προγράμματα απεξάρτησης και να έχουν την
μέγιστη δυνατή περίθαλψη.
Το πρόβλημα των ναρκωτικών αφορά
όλους μας και επιβάλλεται η συνεχής εγρήγορση για την προστασία των νέων
ανθρώπων. Η εκρηκτική διάσταση του προβλήματος δεν επιτρέπει ολιγωρία. Οι
ιατρικές και κοινωνικές υπηρεσίες της πολιτείας και οι κοινωνικές οργανώσεις
πρέπει να δραστηριοποιηθούν με στόχο την πρόληψη του φαινομένου.
Τα φάρμακα και τα ηρεμιστικά δημιουργήθηκαν για να
καταπραΰνουν τον πόνο και το άγχος. Όμως το άγχος είναι κάτι φυσιολογικό και απαραίτητο για όλους,
αλλά κάποιοι υπερβαίνουν το όριο και τους είναι αναγκαία η χρήση ηρεμιστικών.
Μέχρι να πάρουν το φάρμακο περνούν κάποιες δύσκολες καταστάσεις, όπως υπερβολικό τρέμουλο από εσωτερικά ρίγη που
συνοδεύεται από αίσθημα πόνου και
έντονος, αόριστος φόβος ότι κάτι άσχημο θα τους συμβεί. Αυτή είναι η λεγόμενη
κρίση πανικού. Μόλις όμως πάρουν το ηρεμιστικό, όλα αυτά τα αισθήματα
μειώνονται και στο τέλος με την πάροδο συγκεκριμένου χρονικού διαστήματος,
εξαλείφονται. Τα ηρεμιστικά δηλαδή λειτουργούν ως χειρόφρενο στο σύστημα
επιβράδυνσης του εγκεφάλου Gaba. Οι άνθρωποι που αγχώνονται υπερβολικά και
παθαίνουν κρίσεις πανικού έχουν πρόβλημα με το σύστημα Gaba του εγκεφάλου,
γιατί δεν λειτουργεί σωστά, έτσι ώστε να σταματήσει η κρίση πανικού, όπως
δηλαδή συμβαίνει στους ανθρώπους που έχουν φυσιολογικό άγχος. Το σύστημα Gaba δηλαδή
ρυθμίζει σε φυσιολογικά όρια το άγχος στον οργανισμό μας, γι’ αυτό λέγεται και
επιβραδυντής αφού σταματά το άγχος. Άρα εκεί όπου το σύστημα Gaba δεν
λειτουργεί σωστά συμπληρώνεται από ηρεμιστικά και αγχολυτικά, προκειμένου να
σταματήσει η κρίση πανικού που προέρχεται από υπερβολικό και μη ελεγχόμενο
άγχος. Οι βενζοδιαζεπίνες που υπάρχουν στα ηρεμιστικά είναι υπεύθυνες γι’ αυτή
τη συγκεκριμένη λειτουργία. Τα ηρεμιστικά και τα αγχολυτικά προκαλούν εθισμό.
Μάλιστα έχει διαπιστωθεί ότι μερικές φορές κάποιοι άνθρωποι εθίζονται πιο
εύκολα στα χάπια, παρά στην ηρωίνη.
Παρόλα αυτά όλοι οι άνθρωποι που κάνουν χρήση ηρεμιστικών
είναι απαραίτητο να γνωρίζουν από τον γιατρό τους ότι η κατανάλωση του φαρμάκου
θα πρέπει να γίνεται για περιορισμένο χρονικό διάστημα, έτσι ώστε να μην
οδηγηθούν στον εθισμό. Είναι επίσης σημαντικό η απόφαση για τη λήψη του
φαρμάκου, την καθημερινή ποσότητα και το χρονικό διάστημα κατανάλωσης να
λαμβάνεται από τον γιατρό, χωρίς να παίρνει πρωτοβουλίες από μόνος του ο
ασθενής. Επίσης αξίζει να τονίσουμε πως σε τέτοιες περιπτώσεις όταν αντιμετωπίζουμε
πρόβλημα άγχους είναι φρονιμότερο προτού καταφύγουμε στη λήψη ηρεμιστικών να
αναζητήσουμε τους λόγους από τους οποίους προέρχεται το άγχος μας και να τους
αντιμετωπίσουμε ανακαλύπτοντας τα πράγματα εκείνα που μας δίνουν πραγματική
χαρά και νόημα στη ζωή μας. Και αυτά σίγουρα δεν είναι τα ηρεμιστικά και όλων
των ειδών τα φάρμακα και ναρκωτικά.