Παλιννοστούντες



Ο όρος παλιννόστηση που αναφέρεται στον επαναπατρισμό ομογενών πληθυσμών, πολλές φορές συσκοτίζει τα ιδιαίτερα χαρακτηριστικά μιας μεταναστευτικής πρακτικής που εμφανίστηκε τα τελευταία χρόνια στη χώρα μας. Η Ελληνική Πολιτεία δέχεται σήμερα επισήμως, ότι ζήτημα επαναπατρισμού υπάρχει μόνο για τον ελληνισμό του Πόντου, που έζησε στη Σοβιετική Ένωση και τις μετέπειτα Δημοκρατίες της Κοινοπολιτείας Ανεξαρτήτων Κρατών (όπως η Γεωργία, η Αρμενία ή το Αζερμπαϊτζάν, στη Ρωσία, στην Ουκρανία, καθώς και σε μουσουλμανικές Δημοκρατίες της Κεντρικής Ασίας, όπως το Καζακστάν ή το Ουζμπεκιστάν) ως αναγνωρισμένη ελληνική μειονότητα.
Πρόκειται για πληθυσμούς που μετανάστευσαν κατά κύματα τη δεκαετία του ‘80 και του ‘90 στην Ελλάδα. Ωστόσο οι παλιννοστούντες δεν χαρακτηρίζονται ως πρόσφυγες αφού είναι ομογενείς. Η απόφαση μετανάστευσης θεωρείται πράξη ατομικής επιλογής και συνάρτηση της εκτίμησής του κάθε παλιννοστούντα για τις προοπτικές, που έχει στη χώρα, στην οποία ζει.
Εδώ διακρίνεται μια αντίφαση στην επίσημη αντιμετώπιση των παλιννοστούντων. Από τη μία πλευρά δίνεται ιδιαίτερη έμφαση σε στατικά και συλλογικά χαρακτηριστικά αυτών των πληθυσμών (αναγνωρισμένη μειονότητα, ομογενείς κ.α.), αλλά από την άλλη πλευρά η ίδια η μετανάστευση και οι ψυχοκοινωνικές και οικονομικές της επιπτώσεις αντιμετωπίζονται ως φαινόμενα που σχετίζονται με την ατομική ευθύνη και την ιδιαιτερότητα του κάθε παλιννοστούντα. Μια τέτοια θεώρηση κρύβει τον κίνδυνο επιπόλαιης γνώσης των πολιτισμικών χαρακτηριστικών των παλιννοστούντων, την υποτίμηση των δυσκολιών εγκατάστασής τους στην Ελλάδα και τέλος, την επιφανειακή αντιμετώπιση της γέννησης μηχανισμών κοινωνικού αποκλεισμού.
Οι επαναπατριζόμενοι Έλληνες από τις πρώην σοσιαλιστικές χώρες συναντούν με την έλευσή τους στην Ελλάδα σειρά δυσκολιών. Οι δυσκολίες αυτές έχουν σχέση με την αναγνώριση των τίτλων σπουδών και την επαγγελματική τους αποκατάσταση, την ιατροφαρμακευτική τους περίθαλψη, την συνταξιοδότησή τους, τη στέγασή τους, τη μόρφωση και αποκατάσταση των παιδιών τους, τη χρήση της ελληνικής γλώσσας καθώς και την άγνοια που συχνά παρουσιάζουν σχετικά με τις κρατικές υπηρεσίες και παροχές. Καθώς μάλιστα η οικονομική τους κατάσταση στις χώρες διαμονής δεν ήταν ιδιαίτερα καλή και επιπλέον, πήραν την απόφαση της παλιννόστησης υπό πίεση και χωρίς μακροχρόνια προετοιμασία, οι περισσότεροι βρίσκονται ταυτόχρονα με την άφιξή τους στην Ελλάδα σε κατάσταση φτώχειας χωρίς συσσωρεμένους οικονομικούς πόρους και χωρίς περιουσίες, αφού ακόμη και αυτοί που διέθεταν παλαιότερα περιουσίες σήμερα δεν μπορούν να τις ανακτήσουν διότι βρίσκονται στα χέρια τρίτων, και συχνά χωρίς εισόδημα από εργασία η σύνταξη. Αρκετοί παλιννοστούντες φτάνουν στην Ελλάδα ως τουρίστες, αλλά εκδηλώνουν την πρόθεση και παραμένουν τελικά.
O οικονομικά ενεργός πληθυσμός των παλιννοστούντων Ποντίων κατανέμεται ισόποσα περίπου ανάμεσα στους άνεργους και τους απασχολούμενους. Πρόκειται για μια αναλογία πρωτόγνωρη για τα ελληνικά δεδομένα και βέβαια δυσμενή γι’ αυτό τον πληθυσμό. Επίσης, σημαντικό ποσοστό των εργαζομένων ασκεί επαγγέλματα απόλυτα άσχετα με τις γνώσεις ή τις ειδικότητες του. Η ετεροαπασχόληση είναι ένα από τα μεγαλύτερα προβλήματα που συναντούν κατά την άφιξή τους στην Ελλάδα. Καθώς επίσης αρκετοί δεν ομιλούν την ελληνική γλώσσα ή δεν γνωρίζουν τις δυνατότητες που τους προσφέρονται για απασχόληση, απασχολούνται στην παραοικονομία ή εργάζονται ανασφάλιστοι με τους ίδιους όρους εργασίας των μεταναστών ή των προσφύγων από χώρες του Τρίτου Κόσμου.
Τo ποσοστό των παλιννοστούντων που έχουν οικογενειακό εισόδημα μικρότερο του ορίου ενός σχετικά ανεκτού βιοτικού επιπέδου, είναι υψηλότερο του αντίστοιχου ποσοστού για τον ντόπιο πληθυσμό. Το ποσοστό του παλιννοστούντων που αλλάζουν συχνότερα εργασιακό περιβάλλον, είναι πολύ υψηλότερο από το αντίστοιχο ποσοστό για τον ντόπιο πληθυσμό.
Η θετική στάση που είχαν αρχικά οι παλιννοστούντες προς τους Έλληνες και τον ελληνικό τρόπο ζωής μετριάζεται με την πάροδο του χρόνου, αλλά και κάτω από την επίδραση παραγόντων όπως η ανεργία και η ετεροαπασχόληση. Ταυτόχρονα διαπιστώνεται τάση προς σχολική αποτυχία στους εφήβους παλιννοστεισών οικογενειών με υψηλό ποσοστό εγκατάλειψης του σχολείου στο Λύκειο. Τέλος επισημαίνεται το υψηλό ποσοστό χρήσης μόνο της γλώσσας που χρησιμοποιούσαν στη χώρα διαμονής στο σπίτι.
Όλα τα παραπάνω χαρακτηριστικά καταμαρτυρούν την ύπαρξη άτυπων οικονομικών, κοινωνικών και πολιτισμικών μηχανισμών που ενοποιούν και τείνουν να σχηματοποιούν τους παλιννοστούντες ως μειονοτική ομάδα.
 Η υποκειμενική υπόσταση του αποκλεισμού συσχετίζεται άμεσα με την αδυναμία άσκησης ή μη - πραγμάτωσης των κοινωνικών δικαιωμάτων των ατόμων, την κακή εικόνα του εαυτού τους, την κακή εικόνα για την ικανότητά τους να αντεπεξέρχονται στις υποχρεώσεις τους κ.α.
Συχνά το επικοινωνιακό έλλειμμα και η αδυναμία αλληλοκατανόησης που συνοδεύουν τις διαπολιτισμικές επαφές ερμηνεύονται ως αποτέλεσμα της ελλιπούς γνώσης της γλώσσας. Στην πραγματικότητα ακόμα και η αυτή η γνώση και η χρήση της γλώσσας εξαρτάται σε μεγάλο βαθμό από τα χαρακτηριστικά και τις μορφές προσαρμογής στην κουλτούρα υποδοχής. Αυτή και μόνο η γνώση της γλώσσας, δεν αρκεί για την αντιμετώπιση των μηχανισμών κοινωνικού αποκλεισμού.
Η χρήση και η άσκηση των δικαιωμάτων δεν απαιτεί μόνο γνώση για αυτά. Η παροχή πληροφοριών δεν αρκεί για την ανάπτυξη κινήτρων ανάλογης κοινωνικής συμπεριφοράς. Η άσκηση των κοινωνικών δικαιωμάτων απαιτεί: α) την ικανότητα αντίληψης και κατανόησης των διαδικασιών, αλλά και τις βασικές τους επικοινωνιακές απαιτήσεις, β) την συνειδητοποίηση της πολιτισμικής ιδιαιτερότητας, την ικανότητα αναγνώρισής της και την ανεκτικότητα ή αποδοχή της διαφορετικότητας, γ) τη διαχείριση αγχογόνων καταστάσεων με δημιουργικό και ταυτόχρονα κοινωνικά αποδεκτό τρόπο και δ) την ικανότητα ανάπτυξης αποτελεσματικών κοινωνικών συμπεριφορών στις ανάλογες καταστάσεις, ανεξάρτητα από στατικά χαρακτηριστικά.
 Η κατάρτιση δε των παλιννοστούντων δεν μπορεί να αρκεστεί μόνο στην ανάπτυξη δεξιοτήτων που σχετίζονται με την “ένταξη” ή αφομοίωση ή προσαρμογή στην αγορά εργασίας. Αυτή και  μόνη η κατάρτιση χωρίς την ύπαρξη συνοδευτικών υπηρεσιών και την ανάπτυξη πολυπολιτισμικών δεξιοτήτων δεν μπορεί να αντιμετωπίσει τους μηχανισμούς – αιτία δημιουργίας κοινωνικού αποκλεισμού. Απαιτείται η συστηματική ευαισθητοποίηση των παλιννοστούντων σε τέτοιου είδους ζητήματα με απώτερο στόχο την ικανοποιητική διαχείρισή τους σε ατομικό και ομαδικό επίπεδο.
Αυτό αποτελεί και τη μόνη διέξοδο της κοινωνίας μας αν θέλει να μην αναπαράγει μειονοτικά φαινόμενα και κοινωνικούς αποκλεισμούς, αλλά αντίθετα να επιζητά την ισότιμη συμμετοχή όλων των πολιτών της στην ανάπτυξή της.