Ο όρος αναπηρία είναι ένας όρος με ποικίλες ερμηνείες, που πολλές φορές δημιουργεί σύγχυση. Ωστόσο κανένας ορισμός δεν μπορεί να θεωρηθεί απόλυτα σωστός ή λάθος. Γενικότερα, η αναπηρία θεωρείται μία κατάσταση που είτε υπάρχει εκ γενετής είτε είναι επίκτητη. Πρόκειται για μία λειτουργική δυσλειτουργία που δημιουργεί εμπόδια στη ζωή ενός ατόμου. Η αναπηρία είναι η συνέπεια μίας μειονεξίας ή μίας βλάβης. Σύμφωνα με τον Παγκόσμιο Οργανισμό Υγείας, η αναπηρία αποτελείται από τρία αλληλένδετα μέρη. Τη βλάβη, την αναπηρία και τη μειονεξία. Ένας βελτιωμένος ορισμός προσθέτει τρεις επιπλέον διαστάσεις, που είναι οι σωματικές δομές και λειτουργίες, η ατομική δραστηριότητα και η συμμετοχή στην κοινωνία. Είναι δηλαδή μία διάσταση ανάμεσα στους ατομικούς και τους κοινωνικο- περιβαλλοντικούς παράγοντες.
Σύμφωνα με το ιατρικό μοντέλο, η αναπηρία γίνεται αντιληπτή ως μία μορφή αρρώστιας, μία δυσλειτουργία του ατόμου, μία βλάβη ή μία έκπτωση, η οποία είναι αποτέλεσμα φυσικών αιτιών και χρήζει θεραπείας. Βλέπει δε, τα άτομα με αναπηρία ως σώμα με δυσλειτουργίες, που παρεκκλίνει από αυτό που στη γλώσσα τους ονομάζεται «υγιές». Το οικονομικό σύστημα και το σύστημα της εργασίας ορίζει την αναπηρία ως μία ανικανότητα του ατόμου για εργασία, και γενικότερα τη σχετίζει με την έλλειψη οικονομικών πόρων, με τη φτώχεια και την αδυναμία πληρωμής. Το νομικό σύστημα με τη σειρά του δίνει μία ερμηνεία που έχει σχέση με την έλλειψη δικαιωμάτων, με τη νομική ανικανότητα. Συνήθως στα άτομα με αναπηρία, η δικαιοσύνη δίνει το λεγόμενο ακαταλόγιστο. Το εκπαιδευτικό σύστημα από την άλλη ερμηνεύει την αναπηρία ως μία μορφή μαθησιακής δυσκολίας. Το σύστημα της τέχνης, χρησιμοποιεί την αναπηρία για να παρουσιάσει την ασχήμια, το ελλειμματικό πρόσωπο ή σώμα. Δηλαδή έχουμε το βιοϊατρικό και το κοινωνικο-περιβαλλοντικό μοντέλο, που δίνει έμφαση στις επιπτώσεις και τις απαιτήσεις της κοινωνίας και του περιβάλλοντος. Παρατηρείται μια σειρά από διαφορετικές μορφές αντίληψης της αναπηρίας, που όμως παραβλέπει η κάθε μία ξεχωριστά, τα υπόλοιπα χαρακτηριστικά των ατόμων με αναπηρία.
Για το λόγο αυτό, η αναπηρία θα πρέπει να προσεγγιστεί ως ένα συστημικό φαινόμενο.
Στην προσέγγιση αυτή, θα πρέπει να συνυπάρξουν το ιατρικό και κοινωνικό μοντέλο και να υπάρξει μία σύνθεση του ατομικού, κοινωνικού και ιατρικού, εξετάζοντας όλους τους παράγοντες που επηρεάζουν την αναπηρία και δίνοντας μία πιο σφαιρική εικόνα αυτής. Άλλωστε, η αναπηρία είναι ένα διεπιστημονικό φαινόμενο. Τόσο οι ικανότητες του ατόμου όσο και οι απαιτήσεις του περιβάλλοντος επηρεάζουν σε μεγάλο βαθμό. Οι τροποποιήσεις που υφίσταται το δομημένο, φυσικό και κοινωνικό περιβάλλον επιδρούν στα ψυχολογικά χαρακτηριστικά, στον τρόπο ζωής και συμπεριφοράς, στην προσαρμογή και στην ενσωμάτωση ενός ατόμου.
Στο σημείο αυτό είναι σημαντικό να αναφερθεί ότι η επίτευξη της ισορροπίας είναι δύσκολο να επέλθει, κυρίως σε μία κοινωνία, η οποία δημιουργεί αξιολογικά πρότυπα και θέτει σκοπούς που για την πραγμάτωση τους όμως, δεν δίνει τα απαραίτητα μέσα. Με τον τρόπο αυτό θέτει στο περιθώριο του κοινωνικού αποκλεισμού όσα άτομα δε διαθέτουν αυτά τα μέσα. Έτσι η αναπηρία τίθεται στην απομόνωση, καθώς αποκλίνει από αυτό που θεωρείται κοινωνικά αποδεκτό, από τα πρότυπα, τις στάσεις και την κουλτούρα που έχει διαμορφώσει η κοινωνία.