ΜΟΝΟΓΟΝΕΪΚΕΣ ΟΙΚΟΓΕΝΕΙΕΣ


Σαν μονογονεϊκή οικογένεια ορίζεται αυτή που αποτελείται από έναν ενήλικο γονέα και ένα ή περισσότερα παιδιά. Συνηθέστερα, το παιδί ορίζεται ως εξαρτώμενο ανήλικο τέκνο, χωρίς ίδια εισοδήματα, δηλαδή οικονομικά ανενεργό άτομο.
Οι μονογονεϊκές οικογένειες μπορεί μεν να διαφέρουν από τις πυρηνικές, εντούτοις  δεν αποτελούν μια ενιαία κοινωνική πραγματικότητα, ούτε διατρέχουν τον ίδιο βαθμό κινδύνου εμφάνισης κοινωνικού αποκλεισμού.
Ένας σημαντικός παράγοντας διαφοροποίησης είναι ο τρόπος εισόδου στη μονογονεϊκότητα. Οι πιο συχνοί είναι το διαζύγιο, όπου το παιδί ζει κυρίως με τη μητέρα του και ο θάνατος, οπότε το παιδί ζει με έναν από τους δύο γονείς. Υπάρχουν και άλλες καταστάσεις, όπου τα παιδιά ζουν ορισμένα χρονικά διαστήματα με τον ένα γονέα, συνήθως σε χωριστά νοικοκυριά, ή οι γονείς εναλλάσσονται στον τόπο κατοικίας των παιδιών. Συχνά κάποιος γονέας, συνήθως ο πατέρας, λείπει για μεγάλο ή μικρό χρονικό διάστημα για επαγγελματικούς λόγους ή είναι χρόνιος ασθενής ή βρίσκεται στη φυλακή.
Ωστόσο τα παιδιά αυτά μπορεί να ζουν μόνο με τον ένα γονέα, αλλά μεγαλώνουν σε μια «μεγάλη» οικογένεια, η οποία αποτελείται ως επί το πλείστον από την οικογένεια καταγωγής του μονού-γονέα ή άλλα σημαντικά άτομα στη ζωή του, που παραμένουν σταθερά ή αλλάζουν. Επομένως, το παιδί μπορεί να έχει και άλλους ενηλίκους που ασκούν «γονικό ρόλο» κατά τη διάρκεια της παιδικής ηλικίας του, οπότε αποκομίζει διαφορετικές εμπειρίες.
Σημαντική ασπίδα στην αποφυγή του κοινωνικού αποκλεισμού των μονογονεϊκών οικογενειών αποτελούν η ένταση απασχόλησης του μόνου γονέα, η ύπαρξη στήριξης από φιλικά και συγγενικά κοινωνικά δίκτυα καθώς και η δομή του συστήματος κοινωνικής προστασίας που μεταφράζεται σε αντίστοιχες κοινωνικές πολιτικές που στοχεύουν στις μονογονεϊκές οικογένειες.