Κυριακή 29 Ιουλίου 2012

ΚΟΙΝΩΝΙΚΟΣ ΑΠΟΚΛΕΙΣΜΟΣ

Ο όρος κοινωνικός αποκλεισμός ταυτίζεται πολύ συχνά, ενώ δεν θα έπρεπε, με την έννοια της φτώχειας. Η φτώχεια δεν αποτελεί τη φυσική συνέπεια της διαφορετικότητας, αλλά είναι μία, μεταξύ άλλων, κατάσταση, ικανή να προκαλέσει ή να εντείνει μία διαδικασία αποκλεισμού. Ωστόσο, ο παράγοντας φτώχεια δεν είναι από μόνος του αρκετός να οδηγήσει σε κοινωνικό αποκλεισμό, εφόσον είναι πιθανό ορισμένοι άλλοι παράγοντες να διακόψουν αυτή τη διαδικασία, όπως η χορήγηση επιδομάτων από το κράτος ή η οικονομική στήριξη από μέλη της οικογένειας.
Ορίζοντας τη φτώχεια αναφερόμαστε σε άτομα, οικογένειες και ομάδες που διαθέτουν πόρους κάτω του μέσου όρου, μη έχοντας τη δυνατότητα να ακολουθούν έναν ικανοποιητικό τρόπο διαβίωσης, ενώ δεν διαθέτουν τις ανέσεις που είναι συνηθισμένες ή εγκρίνονται από τις κοινότητες.
Έτσι, η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού υπερβαίνει την έννοια της φτώχειας, καθώς η φτώχεια συνδέεται κυρίως με τη στέρηση λόγω χαμηλού εισοδήματος, ενώ ο κοινωνικός αποκλεισμός θίγει άτομα και σύνολα, τα οποία γίνονται αντικείμενο περιθωριοποίησης (αποξένωσης και απομόνωσης), τουλάχιστον σε ένα από τα ακόλουθα κοινωνικά πεδία: στο οικονομικό, το πολιτισμικό, το πολιτικό και το πεδίο των κοινωνικών συναναστροφών. Επομένως, η έννοια του κοινωνικού αποκλεισμού δεν εμπεριέχει απλά, αλλά υπερβαίνει την οικονομική διάσταση. Οι άνθρωποι που αναφέρονται ως κοινωνικά αποκλεισμένοι δεν είναι μόνο οικονομικά φτωχοί, αλλά ανήκουν, επίσης, σε κοινωνικές ομάδες, οι οποίες, λόγω της εθνικότητας, της κουλτούρας και της ταυτότητάς τους, αναγνωρίζονται ελάχιστα και ασκούν μικρή επιρροή και δύναμη στην κοινωνία.
Συμπερασματικά, η διαφορά μεταξύ οικονομικής φτώχειας και κοινωνικού αποκλεισμού αντιστοιχεί, κατά κάποιον τρόπο, στη διαφορά μεταξύ ενός ελάχιστου βιολογικής συντήρησης και ενός ελάχιστου κοινωνικής ύπαρξης, με την έννοια ότι κοινωνική ύπαρξη δεν σημαίνει απλά τη βιολογική συντήρηση του ατόμου, αλλά τη δυνατότητα ελεύθερης ανάπτυξης της προσωπικότητάς του. Πρόκειται, ουσιαστικά, για το δημοκρατικό περιεχόμενο του κοινωνικού κράτους και ο κοινωνικός αποκλεισμός αποτελεί μέτρο του δημοκρατικού ελλείμματος μιας κοινωνίας.
Ορισμένες κατηγορίες ανθρώπων διατρέχουν μεγαλύτερο κίνδυνο και παρουσιάζουν μεγαλύτερες πιθανότητες να αποτελέσουν θύματα κοινωνικού αποκλεισμού. Οι βασικές διαστάσεις του κοινωνικού αποκλεισμού είναι σύνθετες και διαφοροποιούνται ανάλογα με τα χαρακτηριστικά του περιβάλλοντος μέσα στο οποίο αναπτύσσονται. Οι διαστάσεις αυτές μπορεί να είναι οικονομικού, κοινωνικού, πολιτισμικού, γεωγραφικού και πολιτικού χαρακτήρα. Κάθε μία από τις παραπάνω διαστάσεις αποτελεί προϊόν επίδρασης διαφορετικών παραγόντων, όπως είναι η ανεργία, η υποαπασχόληση, η έλλειψη στέγης, η φτώχεια, τα συστήματα αξιών, η υπηκοότητα, το φύλο, ο κύκλος ζωής, η εθνότητα, ο τρόπος ζωής, η εκπαίδευση και η κατάρτιση, η θρησκεία, η μετανάστευση, η διαμονή σε αστική ή αγροτική περιοχή κ.ά. Ως αποτέλεσμα της επίδρασης των παραπάνω παραγόντων είναι η δημιουργία ορισμένων ευπαθών κοινωνικών ομάδων, που αποτελούν τις λεγόμενες «ευάλωτες ομάδες» και οι οποίες είναι: 1) κακοποιημένες γυναίκες, 2) άτομα εκτός εκπαιδευτικής διαδικασίας, 3) άτομα με αναπηρία, 4) εθνικές μειονότητες, 5) μετανάστες / παλιννοστούντες, 6) μονογονεϊκές οικογένειες, 7) γεωγραφικά αποκλεισμένοι κάτοικοι, 8) άνεργοι, 9) Ρομά 10) ανήλικοι παραβάτες και 11) εξαρτώμενα από ψυχοτρόπες ουσίες άτομα.
Συνηθέστεροι δείκτες κοινωνικού αποκλεισμού θεωρούνται το χαμηλό εισόδημα, η ελλιπής εκπαίδευση, η απουσία υγειονομικής περίθαλψης και κοινωνικής ασφάλισης, η κακή στέγαση, η κοινωνική συνοχή, η συμμετοχικότητα, η υπογεννητικότητα, η μειωμένη χρήση νέων τεχνολογιών, η μετανάστευση και ο γεωγραφικός χώρος.
Ειδικότερα, το χαμηλό εισόδημα αποτελεί τον κυριότερο δείκτη κοινωνικού αποκλεισμού, καθώς συνδέεται με το χαμηλό προσδόκιμο μέσο όρο ζωής, την έλλειψη συμμετοχής στα κοινωνικά δρώμενα, την περιθωριοποίηση και τον αποκλεισμό από την πλειονότητα των υπηρεσιών. Οι ηλικιωμένοι, λόγω των χαμηλών εισοδημάτων τους, θεωρούνται η ομάδα με την υψηλότερη οικονομική επισφάλεια. Επίσης, στις οικονομικά ευάλωτες ομάδες συμπεριλαμβάνονται οι μονογονεϊκές οικογένειες, τα άτομα με αναπηρίες, οι άνεργοι άνω των 45 ετών, οι νεοεισερχόμενοι στην αγορά εργασίας κλπ.
Η ελλιπής εκπαίδευση αποτελεί, επίσης, δείκτη κοινωνικού αποκλεισμού. Οι πολίτες που αποκλείονται από το σχολείο ή το εγκαταλείπουν πρόωρα στερούνται των βασικών εφοδίων της ζωής, δεν έχουν την ευκαιρία να αποκτήσουν εξειδικευμένη γνώση και να ανελιχθούν οικονομικά και κοινωνικά, με αποτέλεσμα να παρουσιάζουν χαμηλή αυτοεκτίμηση και αδυναμία να νοήσουν τον εαυτό τους ως κοινωνικά ενταγμένο.
Ο τομέας της υγειονομικής περίθαλψης είναι ο τομέας εκείνος όπου μπορεί να διαφανεί η ένταση του κοινωνικού αποκλεισμού. Η παραοικονομία στο χώρο της υγείας και η συγκρουσιακή σχέση των υπηρεσιών κράτους και ιδιωτικού τομέα αποτελούν εμπόδια στην ισότιμη πρόσβαση των πολιτών και αναπαράγουν τις κοινωνικές ανισότητες.
Η έλλειψη στέγης ή η κακής ποιότητας στέγαση αποτελεί έναν ακόμη δείκτη κοινωνικού αποκλεισμού, ο οποίος επηρεάζει τόσο την ατομική όσο και την οικογενειακή υγεία και ανάπτυξη. Ειδικά για τα άτομα που διαμένουν στα αστικά κέντρα, η στέγαση και οι συνθήκες κατοικίας αποτελούν θέμα αιχμής και σημαντικό προσδιοριστικό παράγοντα του κινδύνου αποκλεισμού.
Ο κοινωνικός αποκλεισμός είναι ένα φαινόμενο πολυσύνθετο, το οποίο διαφοροποιείται χωρικά και κοινωνικά και συνδέεται στενά με τη διατήρηση της κοινωνικής συνοχής. Βασικές έννοιες αποτελούν η συλλογικότητα και η κοινότητα, η οποία ορίζεται είτε με βάση τη γεωγραφική θέση είτε με βάση την αλληλεπίδραση μεταξύ των μελών ενός κοινωνικού ή χωροταξικού πλαισίου, μέσα στο οποίο τα άτομα βιώνουν και εκτελούν τις καθημερινές τους δραστηριότητες, ενώ χαρακτηρίζονται από μία αμοιβαία αίσθηση του ανήκειν στην εν λόγω κοινότητα.
Όσον αφορά το δείκτη της συμμετοχικότητας, τα άτομα που δεν συμμετέχουν σε κοινωνικές ομάδες, δεν μπορούν να διασφαλίσουν την προσωπική τους εξέλιξη και δεν ενδιαφέρονται για το συλλογικό συμφέρον.
Ο αποκλεισμός από την πρόσβαση στις νέες τεχνολογίες και, κατά συνέπεια, στη γνώση οδηγεί σε ένα άλλο είδος αποκλεισμού από τον κόσμο, που προσφέρει μια εικονική ενσωμάτωση σε όσους διαθέτουν ηλεκτρονικό υπολογιστή και γνωρίζουν τη χρήση του Διαδικτύου. Παράλληλα, αναπτύσσεται και ο πολιτισμικός αποκλεισμός, που προκαλείται από την επικράτηση ορισμένων γλωσσών, καθώς και πολιτισμικών και καταναλωτικών προτύπων.
Η μετανάστευση δεν είναι απλά μια μετάβαση από μια χώρα σε μια άλλη, αλλά μια διαρκής διαδικασία που επιφέρει επιπτώσεις σε όλες τις πτυχές της κοινωνικής ζωής εκείνων που εμπλέκονται άμεσα ή έμμεσα στη διαδικασία αυτή. Οι μετανάστες, όταν φτάνουν για πρώτη φορά σε μια χώρα, είναι πιθανόν να βρίσκονται σε μία πρώιμη κατάσταση (όσον αφορά το επίπεδο ζωής της χώρας υποδοχής) και σχεδόν πάντοτε είναι αποκλεισμένοι, καθώς δεν γνωρίζουν τη γλώσσα, τα ήθη και τα έθιμα, καθώς και τους σχετικούς μηχανισμούς και τους πολιτισμικούς κώδικες. Η νομιμοποίησή τους οδήγησε στην εξομάλυνση της θέσης τους στην οικονομία και αναδείχθηκε με αυτό τον τρόπο η οικονομική τους συνεισφορά, ενώ παράλληλα μειώθηκαν οι κίνδυνοι περαιτέρω περιθωριοποίησης.
Τέλος, η διαφορά της ποιότητας ζωής ανάμεσα στους κατοίκους των πόλεων και της υπαίθρου μπορεί να αποτελέσει αιτία κοινωνικού αποκλεισμού. Η ύπαιθρος από τόπος μόνιμης κατοικίας και απασχόλησης του μεγαλύτερου μέρους του πληθυσμού μετατράπηκε μεταπολεμικά σε ανεπιθύμητη περιοχή σε πολλά επίπεδα. Ειδικότερα, αποτέλεσε απομονωμένο και ανασφαλή τόπο κατοικίας, καθώς δεν παρείχε τις απαραίτητες υποδομές και υπηρεσίες στον πολίτη. Επίσης, η ύπαιθρος ως τόπος οικονομικής δραστηριότητας δεν προσέφερε πολλές ευκαιρίες πέραν από την ενασχόληση με την αγροτική παραγωγή, ενώ ως ιδεολογικός χώρος συνδέθηκε με τη συντηρητικότητα και την οπισθοδρόμηση, σε αντίθεση με την πρόοδο και τον εκσυγχρονισμό του αστικού.
Τα τελευταία χρόνια επιχειρείται η εξάλειψη των αιτιών και των αποτελεσμάτων του κοινωνικού αποκλεισμού και η αποκατάσταση αυτών που αδικούνται κοινωνικά. Χιλιάδες άνθρωποι υποφέρουν εξαιτίας του αδικαιολόγητου στιγματισμού και καταλήγουν να επιβιώνουν στο περιθώριο της κοινωνικής ζωής.
Τα άτομα που βιώνουν τον αποκλεισμό δοκιμάζονται σκληρά, συναντώντας εμπόδια στην άσκηση των φυσικών δικαιωμάτων τους, όπως είναι η ελευθερία και η αυτοπραγμάτωση, μέσα στην κοινωνία που ζουν. Η παραβίαση των ατομικών και ανθρώπινων δικαιωμάτων είναι γι’ αυτούς μια τραυματική εμπειρία, που τα αναγκάζει να ζουν, πολλές φορές, σε συνθήκες εξαθλίωσης.
Οι κοινωνίες ανέκαθεν είχαν την τάση να συμπεριφέρονται μειωτικά στους ανθρώπους που παρουσίαζαν κάποια διαφορετικότητα, όπως για παράδειγμα στους φτωχούς, τους ανάπηρους, τους ψυχικά άρρωστους κ.ά. Η διαφορετικότητα του ατόμου και η ένταξή του σε αριθμητικά μικρότερες πληθυσμιακές ομάδες, λόγω των διαφορετικών χαρακτηριστικών (φυλετικών, κοινωνικών, οικονομικών, επαγγελματικών κ.ά.), αποτελούν από τα κυριότερα στοιχεία του κοινωνικού αποκλεισμού.
Η κοινωνία και οι δομές της ίδιας της περιοχής, όπου εγκαθίστανται οι κοινωνικά ευπαθείς ομάδες, προσπαθούν να επιβάλουν τους δικούς τους κανόνες, ώστε να επιτυγχάνεται η συνοχή που στηρίζεται στη μονοπολιτισμικότητα. Συχνά, η άρνηση εκ μέρους των κοινωνικά αποκλεισμένων ατόμων να αποδεχθούν τα πρότυπα συμπεριφοράς στο χώρο υποδοχής παραπέμπει σχεδόν αυτόματα σε μια θέση αδυναμίας, σε μια κατάσταση ευπάθειας του ατόμου στο κοινωνικό πεδίο, καταλήγει σε στερεότυπα, προκαταλήψεις, κατηγοριοποιήσεις, κοινωνικές κατασκευές για τα χαρακτηριστικά της φυλής, του φύλου, της υγείας κ.ά., που δεν επιτρέπουν και, ορισμένες φορές, απαγορεύουν στις ευπαθείς ομάδες να διατηρήσουν τις θέσεις τους στη συλλογική ζωή, γεγονός που αναπτύσσει την επιθετικότητα και την παραβατικότητα. Αυτές οι συμπεριφορές εντείνουν ιδιαίτερα τις προκαταλήψεις και το φόβο του ευρύτερου πληθυσμού. Από την άλλη, ακόμα και στην περίπτωση που το κοινωνικά αποκλεισμένο άτομο, κυρίως το νέο σε ηλικία, επιθυμεί να υπαχθεί στον ευρύτερο πληθυσμό, απορρίπτεται από την περιβάλλουσα κοινωνία, γεγονός που το ακυρώνει και κάμπτει την αυτοπεποίθησή του.
Έτσι, οι ψυχοκοινωνικές μειονεξίες και τα αρνητικά συναισθήματα αποτελούν καταστάσεις αρκετά συνηθισμένες στις ευπαθείς ομάδες. Κυρίαρχο συναίσθημα των ομάδων που βιώνουν τον κοινωνικό αποκλεισμό είναι το άγχος, συνέπεια της αβεβαιότητας και της ανασφάλειας, με αποτέλεσμα αυτό να γίνεται αιτία θυμού, οργής, επιθετικότητας, βίας, αλλά και κατάθλιψης.
Συνηθισμένο συναίσθημα στα θύματα του κοινωνικού αποκλεισμού είναι, επίσης, η ματαίωση. Μπροστά τους ορθώνεται η αδυναμία να έχουν προσδοκίες για τη ζωή και να κάνουν όνειρα έξω από τον καθημερινό αγώνα επιβίωσης. Το αίσθημα της ματαίωσης μειώνει την αυτοπεποίθηση, την αυτοεκτίμηση και καθιστά ιδιαίτερα εύθραυστη την κοινωνική ταυτότητα του ατόμου. Επίσης, πολλά άτομα βιώνουν συναισθήματα ενοχής, επειδή δεν είναι σε θέση να προσφέρουν τόσο σε ατομικό όσο και σε οικογενειακό επίπεδο τη δυνατότητα μιας ποιοτικής ζωής.
Παράλληλα, η απομάκρυνση από τη χώρα καταγωγής δημιουργεί συναισθήματα απώλειας και πένθους, ενώ τα συναισθήματα πικρίας είναι συνηθισμένα λόγω της ζωής των ατόμων αυτών, συνήθως, κάτω από τα όρια της ανθρώπινης αξιοπρέπειας. Τέλος, η αρνητική θέση του ευρύτερου πληθυσμού για την ασθένεια, την αναπηρία, την καταγωγή οδηγεί στη μοναξιά και την απομόνωση. Πολλές φορές τα άτομα αυτά αναπτύσσουν, ως επιλογή και ως στρατηγική άμυνας, την αυτοαπομόνωση και τον αυτοαποκλεισμό, προκειμένου να αποφύγουν το φόβο της απόρριψης.